29.1.06

Με μια μπανιέρα στ' ανοιχτά

(δις ιζ ε ντέμο) «Από αυτά εδώ τα κουμπιά...» ο γκρουμ του ξενοδοχείου συνέχιζε την ξενάγηση-παρουσίαση στο δωμάτιο με τη σιγουριά και την αδιαφορία ανθρώπου που είχε κάνει την ίδια ακριβώς δουλειά μερικές εκατοντάδες φορές. Ενα βουητό τράβηξε πρώτα τις βαριές και μετά τις ημιδιαφανείς κουρτίνες. Φάνηκε για λίγο η θάλασσα, μετά ένα άλλο βουητό έφερε πάλι τις κουρτίνες, ανάποδα αυτή τη φορά πρώτα οι ημιδιαφανείς μετά οι βαριές, μπροστά από τη μεγάλη τζαμαρία. Ο γκρουμ συνέχισε... «Και αυτό εδώ είναι το μπάνιο...» Ανούσια παρατήρηση. Εντάξει με τα κουμπιά και το θερμοστάτη, αλλά να δείχνεις το μπάνιο; Ποιος θα ‘βγαινε στο μπαλκόνι για χέσιμο, τι γυρεύει μια λεκάνη τουαλέτας στο μπαλκόνι άλλωστε... «Αυτή είναι η μπανιέρα» όσο περνούσε η ώρα ένιωθα σαν μέλος φυλής του Αμαζονίου που τον έφεραν οι λευκοί ανθρωπολόγοι στη Νέα Υόρκη για να τον παρουσιάσουν σε ένα διεθνές συνέδριο και επί τη ευκαιρία να τον ξεναγήσουν στον πολιτισμό της πορσελάνης και των ακρυλικών υλικών. «Αυτό το πλήκτρο ενεργοποιεί το υδρομασάζ» δεν το πάτησε όμως, ίσως αν τον ζόριζα θα γέμιζε την μπανιέρα με νερό, θα ‘πεφτε μέσα μαζί με τη στολή των 8 κουμπιών και θα πατούσε το πλήκτρο. «Αυτός ο διακόπτης ζεσταίνει τη ράγα με τις πετσέτες» συνέχισε, πατώντας το πλήκτρο 2-3 φορές. Εντάξει, αλλά το υδρομασάζ; Κοίταζα τις ανοξείδωτες βούλες στον πάτο της μπανιέρας, μια τρύπα στο κέντρο καθεμιάς... Εφυγε χαρτζιλικωμένος και αλαφροπατώντας ευχόμενος καλή διαμονή. Ξανακοίταξα το δωμάτιο με αυτό που στα περιοδικά περιγράφουν ως μίνιμαλ αισθητική ή μήπως όχι; Δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα από διακόσμηση. Εκλεισα την τάπα της μπανιέρας και άφησα το νερό να τη γεμίσει, διάολε θα δοκίμαζα το μόνο που δεν μου έδειξε. Εγώ και το υδρομασάζ. Η τελική αναμέτρηση. Μπήκα μέσα. Πάτησα το κουμπί, δεν ήταν ένα μαλακό κουμπί, είχε σχετικά σκληρή απόκριση, ίσως για να μη το βάλεις μπροστά κατά λάθος. Ενα μαλακό βουητό στην αρχή. Μετά έγινε λίγο πιο δυνατό και μετά ακόμη λίγο πιο δυνατό. Σαν μια τουρμπίνα να παίρνει μπροστά κάτω από την μπανιέρα. Ακολούθησε σαματάς. Νερό ή αέρας έρχονταν με πίεση από τα έγκατα του ξενοδοχείου, ταξίδευε μέσα από αόρατες σωληνώσεις και έφτανε στην μπανιέρα μου. Η επιφάνεια του νερού ταράχτηκε, η μπανιέρα τώρα θύμιζε θάλασσα με εφτά, οκτώ μπορόφ να τη δέρνουν ανηλεώς. Θόρυβος απίστευτος. Σκέψου όλους τους συγκατοίκους στα διπλανά δωμάτια, γύρω στις 2 το πρωί, να γκαζώνουν τις μπανιέρες τους. Πάτησα το κουμπί. Τίποτα. Η θάλασσα εξακολουθούσε να αφρίζει και τώρα τα κύματα περνούσαν πάνω από το χείλος της μπανιέρας για να ψυχορραγήσουν στα αντιολισθητικά πλακάκια. Σαφώς οι διαβαθμίσεις της έντασης ήταν δύο: Νεκρό και Ατλαντικός σε τσάι γνωριμίας με τους τυφώνες. Αλλο ένα πάτημα. Τα κύματα καταλάγιασαν αυτή τη φορά και τα καράβια μπορούσαν να ξεμυτίσουν και πάλι από το λιμάνι. Ησυχία. Για λίγο. Ξαναπάτησα το κουμπί και ο δικός μου πριβέ Ποσειδώνας λύσσαξε και πάλι. Ισως θα έπρεπε να συντονιστούμε όλα τα δωμάτια στον ίδιο όροφο. Ενας όροφος σε τρικυμιώδη κατάσταση και οι ένοικοι σαν τον Τομ Χανκς στο Ναυαγό ή τον Κέβιν Κόστνερ στον Υδάτινο Κόσμο, να τρώνε σκαμπίλια στον κώλο από την τουρμπίνα του υδρομασάζ, με τους αποκάτω να βλαστημάνε...

1 σχόλιο:

archive είπε...

Xαχαχαχαχα!
(δεν με νοιαζει αν κανει θορυβο..θελω και εγω!)